Greek Meaning of bans
απαγορεύσεις
Other Greek words related to απαγορεύσεις
- απαγορεύει
- παράνομοι
- απαγορεύει
- Μπάρες
- σταματά
- αποθαρρύνει
- απαγορεύει
- Αποκλείει
- σταματά
- εμποδίζει
- απαγορεύει
- Εμπάργκο
- βέτο
- τετράγωνα
- επιταγές
- καταστέλλει (σε)
- καταπνίγει (κάτι)
- πεζοδρόμια
- απαγορεύει
- εμποδίζει
- εμποδίζει
- απαγορεύει
- Εμποδίζει
- αποκλείει
- ακυρώνει
- Χαλινάρια (σε)
- απορρίπτει
- καταπιέζει
- περιορίζει
- αποκλείει
- αποκλείει
- σιωπές
- κολοκύθες
- υποτάσσει
- καταστέλλει
Nearest Words of bans
Definitions and Meaning of bans in English
bans
bar entry 2 sense 4, an official order forbidding something, to prohibit especially by legal means, to forbid especially by law or social pressure, malediction, curse, to prohibit the use, performance, or distribution of, curse entry 1 sense 1, bar entry 2 sense 3c, legal or formal prohibition, prohibition especially by statute or order, to utter curses or condemnations, curse, censure or condemnation especially through social pressure, the summoning in feudal times of the king's vassals for military service, a monetary subunit of the leu see leu at Money Table, anathema, excommunication, to prohibit or forbid especially by legal means (as by statute or order)
FAQs About the word bans
απαγορεύσεις
bar entry 2 sense 4, an official order forbidding something, to prohibit especially by legal means, to forbid especially by law or social pressure, malediction,
απαγορεύει,παράνομοι,απαγορεύει,Μπάρες,σταματά,αποθαρρύνει,απαγορεύει,Αποκλείει,σταματά,εμποδίζει
εγκρίνει,επικυρώνει,ας,κυρώσεις,προόδους,ενθαρρύνει,εγκρίνει,Άδειες,παραγγελίες,προάγει
banquettes => παγκάκια, banquets => επίσημα γεύματα, bannisters => κουπαστή, banners => πανό, bankrupts => χρεοκόποι,