Greek Meaning of aids
το AIDS
Other Greek words related to το AIDS
- υπασπιστές
- βοηθοί
- μαθητευόμενοι
- βοηθοί
- Βουλευτές
- συμπληρώματα
- Συνεργάτες
- βοηθοί
- βοηθοί
- υπολοχαγοί
- υπηρέτες
- παρέες
- συνοδοί
- βοηθητικά
- εργαζόμενοι
- Εργαζόμενοι
- υπηρέτριες
- υπηρέτριες
- χέρια
- βοήθεια
- βοηθοί
- μισθοφόροι
- εργάτες
- αγγελιοφόροι
- υπηρέτριες
- υπηρέτριες
- φίλοι
- δεξιά χέρια
- βοηθοί κουζίνας
- Υφιστάμενοι
- βαλτολίμνιο
- υφισταμένων
- εργάτες
Nearest Words of aids
Definitions and Meaning of aids in English
aids (n)
a serious (often fatal) disease of the immune system transmitted through blood products especially by sexual contact or contaminated needles
FAQs About the word aids
το AIDS
a serious (often fatal) disease of the immune system transmitted through blood products especially by sexual contact or contaminated needles
υπασπιστές,βοηθοί,μαθητευόμενοι,βοηθοί,Βουλευτές,συμπληρώματα,Συνεργάτες,βοηθοί,βοηθοί,υπολοχαγοί
μειονεκτήματα,μειονεκτήματα,βαρύνσεις,εμπόδια,εμπόδια,υποχρεώσεις,εμπόδια,περιορισμοί,αναστολείς,ελλείψεις
aidoneus => Αίδης, aid-major => Επικουρικός ιατρός, aidless => αβοήθητος, aiding => βοήθεια, aidful => χρήσιμος,