Greek Meaning of aids

το AIDS

Other Greek words related to το AIDS

Definitions and Meaning of aids in English

Wordnet

aids (n)

a serious (often fatal) disease of the immune system transmitted through blood products especially by sexual contact or contaminated needles

FAQs About the word aids

το AIDS

a serious (often fatal) disease of the immune system transmitted through blood products especially by sexual contact or contaminated needles

υπασπιστές,βοηθοί,μαθητευόμενοι,βοηθοί,Βουλευτές,συμπληρώματα,Συνεργάτες,βοηθοί,βοηθοί,υπολοχαγοί

μειονεκτήματα,μειονεκτήματα,βαρύνσεις,εμπόδια,εμπόδια,υποχρεώσεις,εμπόδια,περιορισμοί,αναστολείς,ελλείψεις

aidoneus => Αίδης, aid-major => Επικουρικός ιατρός, aidless => αβοήθητος, aiding => βοήθεια, aidful => χρήσιμος,