Greek Meaning of whim
ιδιοτροπία
Other Greek words related to ιδιοτροπία
- ιδιοτροπία
- φανταχτερός
- φαντασία
- έννοια
- σκέψη
- ιδιοτροπία
- ιδιοτροπία
- φαντασία
- μέλισσα
- Μια μέλισσα στο καπέλο
- ιδιοτροπία
- έννοια
- σύλληψη
- μπιέλα
- φανταστικός
- τέρας
- χιούμορ
- εικόνα
- εντύπωση
- κόμπος
- σκουλήκι
- ημικρανία
- εικόνα
- αλητεία
- ιδιόρρυθμος
- Καταιγισμός ιδεών
- εγωισμός
- ιδιαιτερότητα
- παρορμητικότητα
- έμπνευση
- Φαντασία
Nearest Words of whim
Definitions and Meaning of whim in English
whim (n)
a sudden desire
an odd or fanciful or capricious idea
whim (n.)
The European widgeon.
A sudden turn or start of the mind; a temporary eccentricity; a freak; a fancy; a capricious notion; a humor; a caprice.
A large capstan or vertical drum turned by horse power or steam power, for raising ore or water, etc., from mines, or for other purposes; -- called also whim gin, and whimsey.
whim (v. i.)
To be subject to, or indulge in, whims; to be whimsical, giddy, or freakish.
FAQs About the word whim
ιδιοτροπία
a sudden desire, an odd or fanciful or capricious ideaThe European widgeon., A sudden turn or start of the mind; a temporary eccentricity; a freak; a fancy; a c
ιδιοτροπία,φανταχτερός,φαντασία,έννοια,σκέψη,ιδιοτροπία,ιδιοτροπία,φαντασία,μέλισσα,Μια μέλισσα στο καπέλο
No antonyms found.
whilst => ενώ, whilom => tempo, whiling => σπαταλώντας, whilere => ενώ, whiled => ενώ,