Greek Meaning of bee
μέλισσα
Other Greek words related to μέλισσα
- σκουλήκι
- ιδιοτροπία
- Μια μέλισσα στο καπέλο
- ιδιοτροπία
- μπιέλα
- φανταχτερός
- φαντασία
- τέρας
- χιούμορ
- εικόνα
- εντύπωση
- κόμπος
- ημικρανία
- έννοια
- Φαντασία
- εικόνα
- σκέψη
- ιδιοτροπία
- αλητεία
- ιδιοτροπία
- φαντασία
- Καταιγισμός ιδεών
- ιδιοτροπία
- εγωισμός
- έννοια
- σύλληψη
- φανταστικός
- ιδιαιτερότητα
- παρορμητικότητα
- έμπνευση
- μάτι του μυαλού
- ιδιόρρυθμος
Nearest Words of bee
Definitions and Meaning of bee in English
bee (n)
any of numerous hairy-bodied insects including social and solitary species
a social gathering to carry out some communal task or to hold competitions
bee ()
p. p. of Be; -- used for been.
bee (n.)
An insect of the order Hymenoptera, and family Apidae (the honeybees), or family Andrenidae (the solitary bees.) See Honeybee.
A neighborly gathering of people who engage in united labor for the benefit of an individual or family; as, a quilting bee; a husking bee; a raising bee.
Pieces of hard wood bolted to the sides of the bowsprit, to reeve the fore-topmast stays through; -- called also bee blocks.
FAQs About the word bee
μέλισσα
any of numerous hairy-bodied insects including social and solitary species, a social gathering to carry out some communal task or to hold competitionsp. p. of B
σκουλήκι,ιδιοτροπία,Μια μέλισσα στο καπέλο,ιδιοτροπία,μπιέλα,φανταχτερός,φαντασία,τέρας ,χιούμορ,εικόνα
No antonyms found.
bedyeing => βαφή, bedyed => βαμμένο, bedye => στολίδι, bed-wetting => Νυχτερινή ενούρηση, bedwetter => Βρεγμένος στο κρεβάτι,