FAQs About the word unbar

ξεμπαρώνω

remove a bar from (a door)To remove a bar or bars from; to unbolt; to open; as, to unbar a gate.

Ξεβιδώνω,ξεκουμπώνω,λύνω,ξεκλειδώνω,ξεκλειδώνω,ανοιχτό,Ξεκουμπώνω,ανοίγω,ξεδιπλώνω,αποσυμπιέζω

κοντά,κλειδαριά,κλείνω,μπάρα,μπουλόνι,δένω,κουμπί (πάνω),κούμπωμα,μάνταλο

unbaptized => Αβάπτιστος, unbaptised => αβάπτιστος, unbank => μη τραπεζικός, unbaned => πλέον σε απαγόρευση, unbanded => χωρίς μπάντες,