Greek Meaning of temps

χρόνος

Other Greek words related to χρόνος

Definitions and Meaning of temps in English

Webster

temps (n.)

Time.

FAQs About the word temps

χρόνος

Time.

συνάδελφοι,συνάδελφοι,εργάτες,προσωρινούς υπαλλήλους,εργαζόμενοι,Μισθωτοί δούλοι,βοηθοί,συνεργάτες,συνάδελφοι,εργαζόμενοι

εργοδότες,αφεντικά,Επιθεωρητές,ανώτεροι,επιβλέποντες

tempra => Τέμπερα, temporomaxillary => κροταφογναθικός, temporomandibular joint => Κροταφογναθική άρθρωση, temporomalar => Κροταφογναθικός, temporofacial => Κροταφικο-προσωπικός,