Greek Meaning of temps
χρόνος
Other Greek words related to χρόνος
- συνάδελφοι
- συνάδελφοι
- εργάτες
- προσωρινούς υπαλλήλους
- εργαζόμενοι
- Μισθωτοί δούλοι
- βοηθοί
- συνεργάτες
- συνάδελφοι
- εργαζόμενοι
- Εργαζόμενοι
- υπάλληλοι
- Σιδηροδρομικοί εργάτες
- Λάρβες
- εργαζόμενοι
- υπάλληλοι γραφείου
- Υφιστάμενοι
- εργαζόμενοι
- υφισταμένων
- εργαζόμενοι
- εργαζόμενοι
- workingwomen
- εργάτες
- εργάτριες
- γρανάζια
- δουλοπάροικοι
- ταγματαρίσκος
- χάκς
- χέρια
- μισθοφόροι
- Κάτοχοι θέσεων εργασίας
- Navvies
- συγκρατητές
- εργάτες
- ναι άνδρες
Nearest Words of temps
- tempra => Τέμπερα
- temporomaxillary => κροταφογναθικός
- temporomandibular joint => Κροταφογναθική άρθρωση
- temporomalar => Κροταφογναθικός
- temporofacial => Κροταφικο-προσωπικός
- temporo-auricular => κροταφοακουστικός
- temporo- => τεμπόρο-
- temporizingly => προσωρινά
- temporizing => προσωρινός
- temporizer => Αναβλητικός
Definitions and Meaning of temps in English
temps (n.)
Time.
FAQs About the word temps
χρόνος
Time.
συνάδελφοι,συνάδελφοι,εργάτες,προσωρινούς υπαλλήλους,εργαζόμενοι,Μισθωτοί δούλοι,βοηθοί,συνεργάτες,συνάδελφοι,εργαζόμενοι
εργοδότες,αφεντικά,Επιθεωρητές,ανώτεροι,επιβλέποντες
tempra => Τέμπερα, temporomaxillary => κροταφογναθικός, temporomandibular joint => Κροταφογναθική άρθρωση, temporomalar => Κροταφογναθικός, temporofacial => Κροταφικο-προσωπικός,