FAQs About the word tawpie

Δεν υπάρχει μετάφραση

A foolish or thoughtless young person, esp. a slothful or slovenly woman.

βουτυρόχειρας,κλωτσοσκούφι,Μεταγλώττιση,κοιτάζω,αδέξιος,αναιδής,εξόγκωμα,παιδί,παιδί,αδέξιος

No antonyms found.

tawny-coloured => καστανόξανθος, tawny-colored => Καφέ χρωματισμένος, tawny-brown => καστανόξανθος, tawny owl => Δενδροκούκουβας, tawny eagle => Χρυσαετός,