Greek Meaning of symmetricalness

συμμετρία

Other Greek words related to συμμετρία

Definitions and Meaning of symmetricalness in English

Wordnet

symmetricalness (n)

(mathematics) an attribute of a shape or relation; exact reflection of form on opposite sides of a dividing line or plane

FAQs About the word symmetricalness

συμμετρία

(mathematics) an attribute of a shape or relation; exact reflection of form on opposite sides of a dividing line or plane

ισορροπημένος,συνοχή,Σύμφωνο,κομψός,χαριτωμένος,αρμονικός,αναλογικός,αισθητικός,αισθητικός,καλλιτεχνικός

ασύμμετρος,ασύμμετρος,ακατάστατος,ακανόνιστος,στραβό,άνισος,ανομοιόμορφος,ασύμμετρος,Αντιφατικό,δυσάρεστος

symmetrically => συμμετρικά, symmetrical => συμμετρικός, symmetric => συμμετρικός , symbol-worship => Συμβολισμός, symbololatry => Συμβολολατρία,