Greek Meaning of spree
Αγοραστική φρενίτιδα
Other Greek words related to Αγοραστική φρενίτιδα
- Μπιντζ
- περιπέτεια
- περιέλαση
- ειδυλλιακός
- ειδυλλιακό
- Σκαρθί
- άτακτο παιχνίδι
- bender
- κάππαρη
- απόδραση
- εορτής
- σκανδαλίζω
- διασκέδαση
- τέχνασμα
- Φάρσα
- γλεντάω
- διασκεδάζω
- Διασκέδαση
- αντίκα
- Μπρανίγκαν
- γλουτοί
- προτομή
- πανηγυρίζω
- εκτροπή
- απόλαυση
- ψυχαγωγία
- αγώνας στίβου
- επιείκεια
- ευθυμία
- Διασκέδαση
- Μαϊμουδίες
- ευχαρίστηση
- Αναψυχή
- κατεργαριά
- Τουρσί
- εξερευνήστε
- μπιπ
Nearest Words of spree
- sprechstimme => Σπρεχστύμε
- sprechgesang => Σπρεχγκεσανγκ
- spreadsheet => Υπολογιστικό φύλλο
- spread-out => εξαπλωμένος
- spreading pogonia => πογκόνια η πλατύφυλλος
- spreading fleabane => Πικραλίδα
- spreading factor => παράγοντας εξάπλωσης
- spreading dogbane => Αποκύνο
- spreading bellflower => Καμπανούλα η πλατυφύλλη
- spreading => εξάπλωση
Definitions and Meaning of spree in English
spree (n)
a brief indulgence of your impulses
spree (v)
engage without restraint in an activity and indulge, as when shopping
FAQs About the word spree
Αγοραστική φρενίτιδα
a brief indulgence of your impulses, engage without restraint in an activity and indulge, as when shopping
Μπιντζ,περιπέτεια,περιέλαση,ειδυλλιακός,ειδυλλιακό,Σκαρθί,άτακτο παιχνίδι,bender,κάππαρη,απόδραση
No antonyms found.
sprechstimme => Σπρεχστύμε, sprechgesang => Σπρεχγκεσανγκ, spreadsheet => Υπολογιστικό φύλλο, spread-out => εξαπλωμένος, spreading pogonia => πογκόνια η πλατύφυλλος,