Greek Meaning of service station
βενζινοπωλείο
Other Greek words related to βενζινοπωλείο
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of service station
- service staff => Προσωπικό εξυπηρέτησης
- service routine => Ρουτίνα εξυπηρέτησης
- service road => Λωρίδα εξυπηρέτησης
- service program => Πρόγραμμα εξυπηρέτησης
- service of process => Επίδοση δικογράφου
- service man => Σερβιτόρος
- service line => γραμμή εξυπηρέτησης
- service industry => βιομηχανία υπηρεσιών
- service firm => Εταιρεία παροχής υπηρεσιών
- service fee => χρέωση υπηρεσίας
- service stripe => Διακριτικό υπηρεσίας
- service tree => Οστρυά
- service uniform => Στολή υπηρεσίας
- serviceability => Συντηρησιμότητα
- serviceable => επισκευάσιμος
- serviceableness => Χρηστικότητα
- serviceage => ηλικία συντήρησης
- serviceberry => serviceberry
- serviceman => τεχνικός συντήρησης
- services => υπηρεσίες
Definitions and Meaning of service station in English
service station (n)
a station where gasoline and oil are sold and facilities are available for repairing or maintaining automobiles
FAQs About the word service station
βενζινοπωλείο
a station where gasoline and oil are sold and facilities are available for repairing or maintaining automobiles
No synonyms found.
No antonyms found.
service staff => Προσωπικό εξυπηρέτησης, service routine => Ρουτίνα εξυπηρέτησης, service road => Λωρίδα εξυπηρέτησης, service program => Πρόγραμμα εξυπηρέτησης, service of process => Επίδοση δικογράφου,