FAQs About the word seamed

ραμμένο

having or joined by a seam or seams, (used especially of skin) marked by lines or seamsof Seam, Out of condition; not in good condition; -- said of a hawk.

κατατεθέν,αυλακωμένος,γρατζουνισµένος,χαραγμένο,λοξότμητος,ραβδωτός,αλεσμένο,σκόραρε,εκδορασμένος,λοξότμητο

No antonyms found.

seamark => ναυτικό σήμα, seamanship => ναυσιπλοΐα, seamanly => ναυτικός, seamanlike => ναυτικός, seaman => ναυτικός,