Greek Meaning of pule
σφυγμός
Other Greek words related to σφυγμός
Nearest Words of pule
Definitions and Meaning of pule in English
pule (v)
cry weakly or softly
FAQs About the word pule
σφυγμός
cry weakly or softly
κλάμα,λυγμός,γκρίνια,μπεε,νιαούρισμα,στεναγμός,μυγγοκόπτω,κλαίω,γκρινιάζω,ουρλιάζω
ουρλιαχτό,κραυγή,κραυγή,κραυγή,μπόρα,τσίριγμα,ολοφύρομαι,κλήση,βρυχηθμός,νιαούρισμα
pulchritudinous => Όμορφη, pulchritude => ομορφιά, pulassan => Πουλασάν, pulasan tree => Δέντρο pulasan, pulasan => Πουλασάν,