Greek Meaning of prole

προλεταριάτο

Other Greek words related to προλεταριάτο

Definitions and Meaning of prole in English

Wordnet

prole (n)

a member of the working class (not necessarily employed)

FAQs About the word prole

προλεταριάτο

a member of the working class (not necessarily employed)

κοινός άνθρωπος,όχλος,πληβειακός,προλετάριος,Κάθε άνθρωπος,Ο Ανώνυμος,Γιάννης Δελαπόρτας,εργάτης,ο μικρός,μικρός άνθρωπος

Μεγάλο τυρί,μεγάλος τροχός,μεγαλοπετσώτης,Πλούσιος καπιταλιστής,VIP,Μεγάλο κανόνι,Σημαντικός παράγοντας

prolate cycloid => Προμήκης κυκλοειδής καμπύλη, prolate => Επιμήκης, prolapsus => Πρόπτωση, prolapse => Πρόπτωση, prolamine => προλαμίνη,