Greek Meaning of personal property
Προσωπική περιουσία
Other Greek words related to Προσωπική περιουσία
Nearest Words of personal property
- personal pronoun => Προσωπική αντωνυμία
- personal organizer => Προσωπικός διοργανωτής
- personal organiser => Προσωπικός διοργανωτής
- personal memory => Προσωπική μνήμη
- personal matters => προσωπικά ζητήματα
- personal manner => προσωπικός τρόπος
- personal magnetism => προσωπικός μαγνητισμός
- personal loan => προσωπικό δάνειο
- personal line of credit => προσωπική γραμμή πίστωσης
- personal letter => Προσωπική επιστολή
- personal relation => Προσωπικές σχέσεις
- personal relationship => προσωπική σχέση
- personal representative => Προσωπικός αντιπρόσωπος
- personalise => εξατομικεύω
- personalised => εξατομικευμένη
- personalism => προσωπικισμός
- personalities => προσωπικότητες
- personality => προσωπικότητα
- personality assessment => Αξιολόγηση της προσωπικότητας
- personality disorder => διαταραχή προσωπικότητας
Definitions and Meaning of personal property in English
personal property (n)
movable property (as distinguished from real estate)
FAQs About the word personal property
Προσωπική περιουσία
movable property (as distinguished from real estate)
Αντικείμενα,Προσωπικά αντικείμενα,κατοχή,πράγματα,πράγματα,κινητά πράγματα,επιδράσεις,γρανάζι,αγαθά,Συμμετοχές
ακίνητα,ακίνητα
personal pronoun => Προσωπική αντωνυμία, personal organizer => Προσωπικός διοργανωτής, personal organiser => Προσωπικός διοργανωτής, personal memory => Προσωπική μνήμη, personal matters => προσωπικά ζητήματα,