FAQs About the word permed

Μονιμαρισμένος

(of hair) styled with permanent waves

No synonyms found.

No antonyms found.

permeative => διαπεραστικός, permeation => διείσδυση, permeating => διεισδυτικός, permeant => διαπερατός, permeance => Διαπερατότητα,