FAQs About the word paced

ρυθμισμένος

of Pace, Having, or trained in, [such] a pace or gait; trained; -- used in composition; as, slow-paced; a thorough-paced villain.

πορευμένος,βάδισε,κατατεθέν,Παρέλασε,κλιμακωτός,σκαλισμένος,χηνοπάτημα,ανέβηκε,τσαπατσουλιάζω,σφραγισμένη

περπατούσε,περιπλανήθηκε,Βημάτιζε,ελικοειδή,έλεγε ασυναρτησίες

pace lap => Γύρος προθέρμανσης, pace car => αγωνιστικό ασφαλείας, pace => ρυθμός, pacation => διακοπές, pacated => ηρεμημένος,