Greek Meaning of layby

στάση ανάπαυσης

Other Greek words related to στάση ανάπαυσης

Definitions and Meaning of layby in English

Wordnet

layby (n)

designated paved area beside a main road where cars can stop temporarily

FAQs About the word layby

στάση ανάπαυσης

designated paved area beside a main road where cars can stop temporarily

απορρίπτω,Τάφρος,χωματερή,χάσει,εκφόρτωση,απορρίπτω,εγκαταλείπω,Απορρίπτεται,τσοκ,απορρίπτω

υιοθετώ,αγκαλιάζω,αναλαμβάνω,χρήση,προσλαμβάνω,κρατώ,κρατάω,διατηρώ,αξιοποιώ,απέχω

layabout => τεμπέλης, lay witness => Μάρτυρας που δεν είναι εμπειρογνώμονας, lay up => αποθηκεύω, lay to rest => ενταφιάζω, lay shaft => ενδιάμεσος άξονας,