Greek Meaning of gley
γκλέι
Other Greek words related to γκλέι
Nearest Words of gley
- glew => Λαμπερός
- gleucometer => Γλυκόμετρο
- glent => Γκλέντ
- glenoidal => γληνοειδής
- glenoid fossa => Γληνοειδής κοιλότητα
- glenoid cavity => Γληνοειδής κοιλότητα
- glenoid => Γληνοειδής κοιλότης
- glenn theodore seaborg => Γκλεν Τεοντόρ Σίμποργκ
- glenn t. seaborg => Γκλεν Τ. Σίμποργκ
- glenn miller => Γκλεν Μίλερ
Definitions and Meaning of gley in English
gley (v. i.)
To squint; to look obliquely; to overlook things.
gley (adv.)
Asquint; askance; obliquely.
FAQs About the word gley
γκλέι
To squint; to look obliquely; to overlook things., Asquint; askance; obliquely.
Αργιλος,Γη,Γκολτ,γκούκ,χαλίκι,βρώμα,Γκόμπο,καολίνη,αργιλώδες έδαφος,καλούπι
No antonyms found.
glew => Λαμπερός, gleucometer => Γλυκόμετρο, glent => Γκλέντ, glenoidal => γληνοειδής, glenoid fossa => Γληνοειδής κοιλότητα,