Greek Meaning of envoy extraordinary

έκτακτος και πληρεξούσιος πρέσβης

Other Greek words related to έκτακτος και πληρεξούσιος πρέσβης

Definitions and Meaning of envoy extraordinary in English

Wordnet

envoy extraordinary (n)

a diplomat having less authority than an ambassador

FAQs About the word envoy extraordinary

έκτακτος και πληρεξούσιος πρέσβης

a diplomat having less authority than an ambassador

Πρέσβης,αντιπρόσωπος,υπουργός,αντιπρόσωπος,πράκτορας,Πρόξενος,διπλωμάτης,απεσταλμένος,Λεγάτος,πρέσβειρα

No antonyms found.

envoy => απεσταλμένος, envolup => φάκελος, envolume => όγκος, envoi => αποστολή, envisioning => όραμα,