Greek Meaning of encapsulation
εγκλεισμός
Other Greek words related to εγκλεισμός
- περίγραμμα
- περίληψη
- αφηρημένος
- βρεβιάριο
- σύντομος
- κάψουλα
- Επισκόπηση
- χωνεύω
- επίτομη
- Απογραφή
- περίληψη
- βιογραφικό σημείωμα
- Ανακεφαλαίωση
- Ανακεφαλαίωση
- Βιογραφικό
- Βιογραφικό
- σύναξη
- τρέχω μέσα
- ερειπωμένος
- άθροισμα
- συνοψίζω
- άθροισμα
- Περίληψη
- σύνοψη
- περίληψη
- συντομογραφία
- περίληψη
- συντόμευση
- επιτομή
- επιτομή
- Συμπέρασμα
- Συμπύκνωση
- περιορισμός
- Επίλογος
- επίλογος
- επανάληψη
- επανάληψη
- συντόμευση
- Απλούστευση
- εξορθολογισμός
- περίληψη
Nearest Words of encapsulation
Definitions and Meaning of encapsulation in English
encapsulation (n)
the condition of being enclosed (as in a capsule)
the process of enclosing (as in a capsule)
encapsulation (n.)
The act of inclosing in a capsule; the growth of a membrane around (any part) so as to inclose it in a capsule.
FAQs About the word encapsulation
εγκλεισμός
the condition of being enclosed (as in a capsule), the process of enclosing (as in a capsule)The act of inclosing in a capsule; the growth of a membrane around
περίγραμμα,περίληψη,αφηρημένος,βρεβιάριο,σύντομος,κάψουλα,Επισκόπηση,χωνεύω,επίτομη,Απογραφή
ενίσχυση,διεύρυνση,επέκταση,συμπλήρωμα,παράρτημα
encapsulate => εγκλωβίζω, encanker => έλκος, encampment => Στρατόπεδο, encamping => κατασκήνωση, encamped => στρατοπεδευμένος,