Greek Meaning of differentiated
διαφοροποιημένος
Other Greek words related to διαφοροποιημένος
Nearest Words of differentiated
- differentiate => διαφοροποιώ
- differentially => διαφορικά
- differential threshold => διαφορικό όριο αντίληψης
- differential psychology => Διαφορική ψυχολογία
- differential limen => Διαφορική χρονιά
- differential gear => Διαφορικό
- differential equation => Διαφορική εξίσωση
- differential diagnosis => Διαφορική διάγνωση
- differential cost => Διαφορικό κόστος
- differential coefficient => Διαφορικό πηλίκο
Definitions and Meaning of differentiated in English
differentiated (a)
made different (especially in the course of development) or shown to be different
differentiated (s)
exhibiting biological specialization; adapted during development to a specific function or environment
FAQs About the word differentiated
διαφοροποιημένος
made different (especially in the course of development) or shown to be different, exhibiting biological specialization; adapted during development to a specifi
περιορισμένος,περιορισμένος,ειδικευμένος,διακριτικός,αποκλειστικός,άτομο,μόνο,ξεχωριστό,συγκεκριμένος,μοναδικός
γενικός,γενικευμένος,γενικό,μη ειδική,καθολικός,μη αποκλειστικό
differentiate => διαφοροποιώ, differentially => διαφορικά, differential threshold => διαφορικό όριο αντίληψης, differential psychology => Διαφορική ψυχολογία, differential limen => Διαφορική χρονιά,