Greek Meaning of compensate (for)
Αντισταθμίζω (για)
Other Greek words related to Αντισταθμίζω (για)
Nearest Words of compensate (for)
- compensated (for) => αποζημιωμένος (για)
- compensating => αντιστάθμιση
- compensating (for) => αποζημιωτικός (για)
- compensations => αποζημιώσεις
- competed => ανταγωνίστηκε
- competences => αρμοδιότητες
- competencies => Ικανότητες
- competing => ανταγωνιστικός
- competitions => διαγωνισμοί
- competitors => Ανταγωνιστές
Definitions and Meaning of compensate (for) in English
compensate (for)
No definition found for this word.
FAQs About the word compensate (for)
Αντισταθμίζω (για)
Σωστό,αναπληρώνω (κάτι σε κάποιον),ουδετεροποιώ,μετατόπιση,ακυρώνω,εξιλεώνω (για),ακυρώνει (έξω),αντισταθμίζω,αντίβαρο,υπερτερείς
No antonyms found.
compends => επιτομές, compendiums => επιτομές, compendiousness => επιτομή, compendia => συλλογές, compend => επιτομή,