Greek Meaning of clocked (out)
Σφραγισμένο (έξω)
Other Greek words related to Σφραγισμένο (έξω)
Nearest Words of clocked (out)
Definitions and Meaning of clocked (out) in English
clocked (out)
No definition found for this word.
FAQs About the word clocked (out)
Σφραγισμένο (έξω)
ελέγχθη,Αριστερά,έφυγε,πήγε
εμφανίστηκε,έφτασε,ήρθε,μπήκε,πέρασε,χτύπημα,προσγειώθηκε,έκανε,έφτασε,εμφανίστηκε
clocked => χρονομετρημένο, clock in at => η ώρα προσέλευσης, clock (up) => Λήγω, clock (out) => βγαίνω (από τη δουλειά), clock (in) => Ρολόι (σε),