Greek Meaning of bludge

ψήγματα

Other Greek words related to ψήγματα

Definitions and Meaning of bludge in English

bludge

sponge sense 2, to avoid work or responsibility, sponge sense 3

FAQs About the word bludge

ψήγματα

sponge sense 2, to avoid work or responsibility, sponge sense 3

έφεση (προς),ικετεύω,ικετεύω,επαιτώ,επικαλούμαι,ικετεύω,ικετεύω,τζαμπατζής,ικετεύω,προσεύχομαι

υπόδειξη,υποδηλώνω,παρακαλω,ικανοποιώ,προτείνω,κατευνάζω,Άνεση,συμφιλιώνω,περιεχόμενο,ικανοποιώ

blubbing => λυγίζοντας, blubbed => κλαίω δυνατά, blowups => Εκρήξεις, blows smoke => καπνίζει, blows off => φυσάει,