Greek Meaning of abide
κατοικώ
Other Greek words related to κατοικώ
- εγγύηση
- διάσωση
- καθαρίζω
- κόβω
- αναχωρείν
- απόδραση
- Έξοδος
- Καταβαίνω
- πηγαίνω
- φεύγω
- αφήνω
- κινώ
- ξεφλουδίζω
- τραβήξτε έξω
- συνεχίσετε
- παραιτούμαι
- απογειώνω
- βγαίνω
- συσκευάζω (πάνω ή μακριά)
- τρυπάω (έξω ή μακριά)
- απώθηση
- Σπρώχνω (μακριά)
- εγκαταλείπω
- βιβλίο
- καθαρίζω
- εκκενώνω
- Τρέπω σε φυγή
- μύγα
- εγκαταλείπω
- Φύγε
- παραβλέπω
- εκκενώνω
- φεύγω
- βουητό (φύγε)
- δραπετεύω
- εξαφανίζομαι
- Έρημος
- Κάκα
Nearest Words of abide
Definitions and Meaning of abide in English
abide (v)
dwell
put up with something or somebody unpleasant
abide (v. i.)
To wait; to pause; to delay.
To stay; to continue in a place; to have one's abode; to dwell; to sojourn; -- with with before a person, and commonly with at or in before a place.
To remain stable or fixed in some state or condition; to continue; to remain.
abide (v. t.)
To wait for; to be prepared for; to await; to watch for; as, I abide my time.
To endure; to sustain; to submit to.
To bear patiently; to tolerate; to put up with.
To stand the consequences of; to answer for; to suffer for.
FAQs About the word abide
κατοικώ
dwell, put up with something or somebody unpleasantTo wait; to pause; to delay., To stay; to continue in a place; to have one's abode; to dwell; to sojourn; --
κατοικώ,μένω,μένω,περιμένω,αραιώνω ,μείνω,καθυστερώ,περιμένω,τριγυρνώ,κράτα γερά
εγγύηση,διάσωση,καθαρίζω,κόβω,αναχωρείν,απόδραση,Έξοδος,Καταβαίνω,πηγαίνω,φεύγω
abidance => Συμμόρφωσης, abid => ευσεβής, abib => Αβίβ, abhorring => αποτρόπαιος, abhorrible => αποτρόπαιος,