Greek Meaning of wispy

λεπτή

Other Greek words related to λεπτή

Definitions and Meaning of wispy in English

Wordnet

wispy (s)

thin and weak

lacking clarity or distinctness

FAQs About the word wispy

λεπτή

thin and weak, lacking clarity or distinctness

Ως τον ιστό αράχνης,χαριτωμένος,διαφανής,χνουδωτός,αιθέριος ,φτερωτός,αφράτο,διάφανο,λεπτή δαντέλα,ανούσιος

βαρύς,μολυβένιος,στερεός,ουσιαστικός,ογκώδης,βαρύς,δυσκίνητος,στερεός,βαρύς,βαρύς

wisplike => λεπτός σαν κλωστή, wisping => Wisping, wispen => σκέλη, wisped => τρίχα, wisp => τούφα,