Greek Meaning of valuelessness

αναξιοπιστία

Other Greek words related to αναξιοπιστία

Definitions and Meaning of valuelessness in English

Wordnet

valuelessness (n)

having none of the properties that endow something with value

FAQs About the word valuelessness

αναξιοπιστία

having none of the properties that endow something with value

κενότητα,αναξιότητα,άυλοτητα,ασήμαντοτητα,Ασημαντότητα,ασήμαντοτητα,μικρότητα,αμελητέοτητα,ακυρότητα,μικροπρέπεια

συνέπεια,εισαγωγή,σημασία,μέγεθος,στιγμή,σημασία,Αξία,βάρος,μέγεθος,Ουσία

valueless => άχρηστος, valued-policy law => Νόμος της Αξιολόγησης Ασφάλισης, valued policy => Πολιτική αξίας, valued => πολύτιμο, value-added tax => φόρος προστιθεμένης αξίας,