FAQs About the word sate

χορτάτος

fill to satisfactionTo satisfy the desire or appetite of; to satiate; to glut; to surfeit., imp. of Sit., of Sit

συμπληρώνω,περίσσευμα,φαράγγι,πράγματα,περίσσεια ,στοιβάζω,γιορτή,Καταπίνω,τραπέζωμα,δυσφορώ

δίαιτα,γρήγορος

satchmo => Σάτσμο, satchel paige => Σάτσελ Πέιτζ, satchel => Σάκος, satanophobia => Σατανοφοβία, satanophany => σατανοφάνεια,