FAQs About the word remorselessness

αδίστακτος

relentless, having no remorse

αμετανοησία

μετάνοια,ενοχή,μετάνοια,μετανόηση,Μετάνοια,μετάνοια,δρόμος,ντροπή,ενοχή,Τύψεις

remorsefulness => τύψεις, remonstrating (with) => διαμαρτυρόμενος (προς), remonstrated (with) => διαμαρτυρήθηκε (με), remonstrate (with) => διαμαρτύρομαι (σε), remonstrances => διαμαρτυρίες,