Greek Meaning of point (up)

σημείο (επάνω)

Other Greek words related to σημείο (επάνω)

Definitions and Meaning of point (up) in English

point (up)

to bring attention to (something)

FAQs About the word point (up)

σημείο (επάνω)

to bring attention to (something)

τονίζω,χαρακτηριστικό,Επισημαίνω,στρες,προφορά,εστιάζω,πιέζω,Εστίαση,ταυτίζω, αναγνωρίζω,Κάνω πολλά

υποβαθμίζω,απαλύνω (κάτω),Αποδυναμώνω,έκπτωση,ελαχιστοποιώ,Υποτιμώ,υποτιμώ,υποτιμώ,μειώνω

point (toward) => προς, point (to) => δείχνω, point (out) => υποδεικνύω, point (for) => βαθμός (για), poets => ποιητές,