Greek Meaning of pneumatic caisson
Πνευματικός θάλαμος
Other Greek words related to Πνευματικός θάλαμος
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of pneumatic caisson
- pneumatic drill => Πνευματικό τρυπάνι
- pneumatic hammer => Πνευματικό σφυρί
- pneumatic tire => Πνευµατικό ελαστικό
- pneumatic tyre => Ελαστικό
- pneumatical => πνευματικός
- pneumatically => πνευματικά
- pneumaticity => πνευματικότητα
- pneumatics => Πνευματικά
- pneumato- => πνευματο-
- pneumatocele => πνευματόκηλη
Definitions and Meaning of pneumatic caisson in English
pneumatic caisson (n)
large watertight chamber used for construction under water
FAQs About the word pneumatic caisson
Πνευματικός θάλαμος
large watertight chamber used for construction under water
No synonyms found.
No antonyms found.
pneumatic => πνευματικός, pneometer => Πνευμόμετρο, p-n junction => διάβαση p-n, pms => Σύνδρομο προεμμηνορρυσιακής έντασης, pm => μ.μ.,