FAQs About the word plied

διπλωμένα

imp. & p. p. of Ply., of Ply

εφαρμοσμένο,ασκούσε,χρησιμοποιημένο,εργαζόμενος,ασκήθηκε,χρησιμοποιείται,ασκώντας,κακοποιημένος,κακώς εφαρμοσμένο,σβήνω

μπερδεμένος,χαλαρό,Ξεμπερδεμένος,ξετυλιγμένο,ξετυλιγμένος

plicidentine => πλεκτοδεντίνη, plicature => πτυχή, plicatoperipatus jamaicensis => Plicatoperipatus jamaicensis, plicatoperipatus => πλικατοπεριπάτου, plication => πτύχωση,