Greek Meaning of monk
μοναχός
Other Greek words related to μοναχός
- ηγούμενος
- αρχιεπίσκοπος
- επίσκοπος
- αδελφός
- κληρικός
- κληρικός
- κληρικαλικός
- διάκονος
- εκκλησιαστικός
- μοναχός
- ζητιάνος
- μοναστικός
- Ομπλιάτα
- Πάπας
- ιεροκήρυκας / ιεροκήρυκας
- ιεράρχης
- σεβαστός
- αρχιερέας
- Θεολόγος
- Κληρικός
- υπάλληλος
- εξομολόγος
- κοσμήτορας
- περιοχής επίσκοπου
- θείος
- πατέρας
- Αρχιερέας
- υπουργός
- ιεραπόστολος
- αρχιεπίσκοπος
- καλόγρια
- Παπάς
- ιερέας
- Ποιμένας
- Πρεσβύτερος
- πρύτανης
- Ποιμένας
- Ιερέας
- ηγούμενος
- Κληρικός
- Ιερέας
- ηγουμένη
- εγκλείστρια
- επιμελείσθαι
- Ευαγγελιστής
- Άγιος Ιωσήφ
- ιεραπόστολος
- αρχάριος
- ηγουμένη
- θρησκευτικός
- Αναζωογονητής
- πιλότος ουρανού
- Λάτρης
- Πανιερώτατη Μητέρα
Nearest Words of monk
- monitrix => επιτηρήτρια
- monitrice => επιτηρήτρια
- monitress => επόπτρια
- monitory => παρακολουθητικός
- monitorship => παρακολούθηση
- monitoring program => Πρόγραμμα παρακολούθησης
- monitoring device => Συσκευή παρακολούθησης
- monitoring => παρακολούθηση
- monitorially => παρακολουθητικά
- monitorial => εποπτικός
Definitions and Meaning of monk in English
monk (n)
a male religious living in a cloister and devoting himself to contemplation and prayer and work
United States jazz pianist who was one of the founders of the bebop style (1917-1982)
monk (n.)
A man who retires from the ordinary temporal concerns of the world, and devotes himself to religion; one of a religious community of men inhabiting a monastery, and bound by vows to a life of chastity, obedience, and poverty.
A blotch or spot of ink on a printed page, caused by the ink not being properly distributed. It is distinguished from a friar, or white spot caused by a deficiency of ink.
A piece of tinder made of agaric, used in firing the powder hose or train of a mine.
A South American monkey (Pithecia monachus); also applied to other species, as Cebus xanthocephalus.
The European bullfinch.
FAQs About the word monk
μοναχός
a male religious living in a cloister and devoting himself to contemplation and prayer and work, United States jazz pianist who was one of the founders of the b
ηγούμενος,αρχιεπίσκοπος,επίσκοπος,αδελφός,κληρικός,κληρικός,κληρικαλικός,διάκονος,εκκλησιαστικός,μοναχός
Λαϊκός,Άσχετος,λαϊκός αναγνώστης,αναγνώστης,κοσμικός
monitrix => επιτηρήτρια, monitrice => επιτηρήτρια, monitress => επόπτρια, monitory => παρακολουθητικός, monitorship => παρακολούθηση,