Greek Meaning of maul
μαυλί
Other Greek words related to μαυλί
- Κακοποίηση
- ενέδρα
- ρυθμός
- τραυματίζω
- κακομεταχειρίζομαι
- κακομεταχειρίζομαι
- κακομεταχείριση
- Βασανιστήρια
- τραχύς (πάνω)
- Ζύμη
- μάχη
- βλάβη
- χτύπημα
- πόνος
- χτυπάω
- κακοποιώ
- κατάχρηση
- διώκω
- λίρα
- χτυπάω
- Χαστούκι
- θράσι
- πληγή
- πάλη
- λάθος
- bash
- Μπουφές
- δείρω
- Κακομεταχείριση
- κακοποίηση
- πήδα
- λοιδορώ
- επικρίνω
- καταπιέζω
- σφαιρίδιο
- roughhouse
- μαρτύριο
- Ενωθείτε (ενάντια σε κάποιον)
Nearest Words of maul
Definitions and Meaning of maul in English
maul (n)
a heavy long-handled hammer used to drive stakes or wedges
maul (v)
split (wood) with a maul and wedges
injure badly by beating
maul (n.)
A heavy wooden hammer or beetle.
maul (v. t.)
To beat and bruise with a heavy stick or cudgel; to wound in a coarse manner.
To injure greatly; to do much harm to.
FAQs About the word maul
μαυλί
a heavy long-handled hammer used to drive stakes or wedges, split (wood) with a maul and wedges, injure badly by beatingA heavy wooden hammer or beetle., To bea
Κακοποίηση,ενέδρα,ρυθμός,τραυματίζω,κακομεταχειρίζομαι,κακομεταχειρίζομαι,κακομεταχείριση,Βασανιστήρια,τραχύς (πάνω),Ζύμη
Χάδι,χαϊδεύω,Κατοικίδιο,χαϊδεύω,αναθρέφω,θρέφω,κακομαθαίνω,φροντίδα,Γιάννης
maukin => μαυκίν, maui island => Το νησί Maui, maui => Maui, maugre => παρ'όλα αυτά, maugham => Μάουγκαμ,