Greek Meaning of mains
ηλεκτρικό ρεύμα
Other Greek words related to ηλεκτρικό ρεύμα
Nearest Words of mains
Definitions and Meaning of mains in English
mains (n.)
The farm attached to a mansion house.
FAQs About the word mains
ηλεκτρικό ρεύμα
The farm attached to a mansion house.
ήπειροι,Ηπειρωτική χώρα,Ηπειρωτικές μάζες,υποήπειροι
νησιά,νησιά,νησίδες,πλήκτρα,Ατόλες,ακρωτήρια,κοραλλιογενείς ύφαλοι,Φράγμα υφάλων,Κέι,Ακρωτήρι
mainprising => κύρια ενέχυρο, mainprised => εξατομικά εγγυημένος, mainprise => Εγγύηση, mainpin => κύριος πείρος, mainpernor => εγγυητής,