FAQs About the word islets

νησίδες

islet of Langerhans, a small isolated mass of one type of tissue within a different type, a little island, islet of langerhans

νησιά,Ατόλες,νησιά,Κέι,κοραλλιογενείς ύφαλοι,πλήκτρα

ήπειροι,ηλεκτρικό ρεύμα,Ηπειρωτική χώρα

isles => νησιά, islands => νησιά, irritates => ερεθίζει, irritants => ερεθιστικές ουσίες, irreverences => ασέβειες,