Greek Meaning of lifer
ισοβίτης
Other Greek words related to ισοβίτης
Nearest Words of lifer
Definitions and Meaning of lifer in English
lifer (n)
a prisoner serving a term of life imprisonment
FAQs About the word lifer
ισοβίτης
a prisoner serving a term of life imprisonment
απάτη,κατάδικος,κρατούμενος,κρατούμενος,Ο υπό όρους απολυθείς,κρατούμενος,αξιόπιστος,Αιχμάλωτος,σύλληψη,δοκιμαστικός υπάλληλος
Πολίτης
life-preserver => σωσίβιο, life-or-death => ζωή ή θάνατος, life-of-man => ανθρώπινη ζωή, lifen => Λάιφεν, lifemate => σύντροφος,