Greek Meaning of ketch
Κέτς
Other Greek words related to Κέτς
- μπριγκαντίνι
- καραβέλα
- Καταμαράν
- Σκαφάκι με πανί
- νυχοκόπτης
- Κορβέτα
- κόφτης
- Φρεγάτα
- γαλιότα
- Στοά
- Ιστιοφόρο γιοτ με καρίνα
- φορτηγό πλοίο
- βραχίονας
- pinassa
- ιστιοπλόος
- σκούνα
- Πέταυρο
- σκούνα
- Γιοτ
- Γιωλ
- γαβγίζω
- μπάγκα
- Κακατού
- αρτέμων
- Φουσκωτή βάρκα
- σκουπίδια
- κωμικός
- Πιράγουα
- σκάφος ιστιοφόρο
- μαρκαδόρος
- Διαπεραστικός
- τετράγωνο ιστιοφόρο πλοίο
- Ιστιοφόρο
- ζεμπέκικο
- χειροτεχνία
- πλοίο
Nearest Words of ketch
- ketchup => κέτσαπ
- ketchup bottle => μπουκάλι κέτσαπ
- keteleeria => κετελεερία
- ketembilla => δεν βρέθηκαν αποτελέσματα
- ketembilla tree => Δέντρο ketembilla
- ketine => Κετένη
- ketmie => Ιβίσκος
- ketoacidosis => Κετοξέωση
- ketoacidosis-prone diabetes => Σακχαρώδης διαβήτης επιρρεπής σε κετοξέωση
- ketoacidosis-resistant diabetes => Διαβήτης ανθεκτικός σε κετοξέωση
Definitions and Meaning of ketch in English
ketch (n)
a sailing vessel with two masts; the mizzen is forward of the rudderpost
ketch (n.)
An almost obsolete form of vessel, with a mainmast and a mizzenmast, -- usually from one hundred to two hundred and fifty tons burden.
A hangman. See Jack Ketch.
ketch (v. t.)
To catch.
FAQs About the word ketch
Κέτς
a sailing vessel with two masts; the mizzen is forward of the rudderpostAn almost obsolete form of vessel, with a mainmast and a mizzenmast, -- usually from one
μπριγκαντίνι,καραβέλα,Καταμαράν,Σκαφάκι με πανί,νυχοκόπτης,Κορβέτα,κόφτης,Φρεγάτα,γαλιότα,Στοά
No antonyms found.
keta => σολομός, ket => Κετόνη, kestrel => κίρκος, kest => kest, kess => κες,