Greek Meaning of interrelationship
Αλληλεξάρτηση
Other Greek words related to Αλληλεξάρτηση
Nearest Words of interrelationship
Definitions and Meaning of interrelationship in English
interrelationship (n)
mutual or reciprocal relation or relatedness
FAQs About the word interrelationship
Αλληλεξάρτηση
mutual or reciprocal relation or relatedness
εμπόριο,συναλλαγές,αλληλεπίδραση,σχέση,διασταυρούμενη γονιμοποίηση,συντροφικότητα,εταιρεία,σταυρογονιμοποίηση
No antonyms found.
interrelation => αλληλοσυσχέτιση, interrelatedness => Αλληλεξάρτηση, interrelated => αλληλένδετα, interrelate => αλληλοσχετίζονται, interreign => διαβασιλεία,