Greek Meaning of indentured servant
Εντολοδόχος υπηρέτης
Other Greek words related to Εντολοδόχος υπηρέτης
Nearest Words of indentured servant
- indentured servants => συμβασιούχοι υπηρέτες
- indentures => συμβόλαια μαθητείας
- independences => ανεξαρτησίες
- independencies => ανεξαρτησίες
- in-depth => διεξοδικός
- indeterminately => αόριστα
- indeterminations => απεριόριστοι
- indexings => ευρετηρίαση
- Indian sign => Ινδιάνικο σημάδι
- indicates => υποδεικνύει
Definitions and Meaning of indentured servant in English
indentured servant
a person who signs and is bound by indentures to work for another for a specified time especially in return for payment of travel expenses and maintenance
FAQs About the word indentured servant
Εντολοδόχος υπηρέτης
a person who signs and is bound by indentures to work for another for a specified time especially in return for payment of travel expenses and maintenance
Δούλος δεμένος,Υπηρέτρια,υπηρέτης,Συμμετέχων,εγγυητής,Εσωτερικός,θεραπαινίδα,Είλωτας,ακολούθησε,δουλοπάροικος
απελεύθερος,ελεύθερος,δουλέμπορος,Απελευθερωμένη γυναίκα,κύριος,ιδιοκτήτης δούλων,δουλέμπορος,αφέντης
indents => εσοχές, indentations => εσοχές, indemnifications => αποζημιώσεις, indelicateness => ανανδρία, incurves => κάμπτει προς τα μέσα,