Greek Meaning of hewed
σκαλισμένο
Other Greek words related to σκαλισμένο
Nearest Words of hewed
Definitions and Meaning of hewed in English
hewed (imp.)
of Hew
hewed (p. p.)
of Hew
FAQs About the word hewed
σκαλισμένο
of Hew, of Hew
χορτοκομμένο,κομμένο (κάτω),κόβω (κάτω),κατεδαφισμένο,κομμένος,επίπεδο,επιπέδωσε,μπουλντόζα,Επίπεδο,κατεδαφισμένος
έπεσε,έπεσε,χαλαρός
hewe => εδώ, hew out => Λαξεύω, hew => λαξεύω, heved => βαρύς, hevea brasiliensis => Ελαστικό δέντρο της Βραζιλίας,