Greek Meaning of glove
γάντι
Other Greek words related to γάντι
- τσάντα
- σύλληψη
- γιακάς
- αστυνομικός
- Γροθιά
- αρπάζω
- Χιαστί
- γάντζος
- γη
- Λάσο
- Καρφί
- δίχτυ
- Ραπ
- σκοινί
- κόμπος
- παγίδα
- αρπάζω
- παγίδα
- συλλαμβάνω
- σύλληψη
- κόλπος
- aρπάζω
- κούμπωμα
- συμπλέκτης
- γωνία
- μάντρα
- καθυστερώ
- πάρει
- μάζα
- Παλεύω
- Κατανοώ
- λαβή
- πλέγμα
- συλλαμβάνω
- κόμπος
- ασφαλής
- κατάσχεση
- στερεώνω (σε)
- κουμπώνω (σε ή πάνω)
- αρπάζω
- απαγωγή
- εμπλέκω
- παγίδα
- μπλέκω
- παγίδα
- κρατώ
- σκίζω
- παλεύω
- πνεύμα (μακριά ή μακριά)
Nearest Words of glove
Definitions and Meaning of glove in English
glove (n)
the handwear used by fielders in playing baseball
handwear: covers the hand and wrist
boxing equipment consisting of big and padded coverings for the fists of the fighters; worn for the sport of boxing
glove (n.)
A cover for the hand, or for the hand and wrist, with a separate sheath for each finger. The latter characteristic distinguishes the glove from the mitten.
A boxing glove.
glove (v. t.)
To cover with, or as with, a glove.
FAQs About the word glove
γάντι
the handwear used by fielders in playing baseball, handwear: covers the hand and wrist, boxing equipment consisting of big and padded coverings for the fists of
τσάντα,σύλληψη,γιακάς,αστυνομικός,Γροθιά,αρπάζω,Χιαστί,γάντζος,γη,Λάσο
εκφόρτιση,δωρεάν,νοσταλγώ,Απελευθέρωση,σταγόνα,απελευθερώνω,χαλαρώνω,αφήνω
glout => λάμια, gloucestershire => Γκλούστερσαϊρ, gloucester => Γκλούστερ, glottology => Γλωσσολογία, glottologist => Γλωσσολόγος,