Greek Meaning of energy department
Υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος
Other Greek words related to Υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of energy department
- energy level => επίπεδο ενέργειας
- energy of activation => Ενέργεια ενεργοποίησης
- energy secretary => Υπουργός Ενέργειας
- energy state => Ενεργειακή κατάσταση
- energy unit => μονάδα ενέργειας
- energy-absorbing => απορροφητικός ενέργειας
- energy-storing => αποθήκευση ενέργειας
- enerlasting => αιώνιος
- enervate => εξασθενίζω
- enervated => εξαντλημένος
Definitions and Meaning of energy department in English
energy department (n)
the federal department responsible for maintaining a national energy policy of the United States; created in 1977
FAQs About the word energy department
Υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος
the federal department responsible for maintaining a national energy policy of the United States; created in 1977
No synonyms found.
No antonyms found.
energy => Ενέργεια, energumen => ενεργούμενος, energizing => ενεργειακός, energizer => ενεργοποιητής, energized => ενεργοποιημένος,