Greek Meaning of creeping buttercup
Έρπουσας βατράχιον
Other Greek words related to Έρπουσας βατράχιον
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of creeping buttercup
- creeping bugle => Τσικουδιά
- creeping bentgrass => αγρωστίδα η ερπυστική
- creeping bent => Κόκκινος κυνοχλόα
- creeping bellflower => Καμπανούλα
- creeping => ερπετό
- creepiness => ανατριχιαστικός
- creeper => αναρριχητικό φυτό
- creep up => πλησιάζω κρυφά
- creep in => σέρνεται μέσα
- creep feed => Συμπληρωματική τροφή
- creeping charlie => Κισσός ερπυστικός
- creeping crowfoot => Βάτραχος με τα κόκκινα μάτια
- creeping fern => Έρπουσα φτέρη
- creeping jenny => Βυθός
- creeping juniper => Άρκευθος η έρπουσα
- creeping lily => Κήπουρος κρίνος
- creeping oxalis => Ανθοξάνθι
- creeping snowberry => Λυκιακός
- creeping soft grass => Έρπον μαλακό χορτάρι
- creeping spike rush => Δροσερά
Definitions and Meaning of creeping buttercup in English
creeping buttercup (n)
perennial European herb with long creeping stolons
FAQs About the word creeping buttercup
Έρπουσας βατράχιον
perennial European herb with long creeping stolons
No synonyms found.
No antonyms found.
creeping bugle => Τσικουδιά, creeping bentgrass => αγρωστίδα η ερπυστική, creeping bent => Κόκκινος κυνοχλόα, creeping bellflower => Καμπανούλα, creeping => ερπετό,