Greek Meaning of condescendingness
Καταδεκτικότητα
Other Greek words related to Καταδεκτικότητα
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of condescendingness
- condescendingly => συγκαταβατικά
- condescending => υποτιμητικός
- condescend => συγκαταβαίνω
- condensing => συμπύκνωση
- condenser mike => Μικρόφωνο πυκνωτή
- condenser microphone => Μικρόφωνο πυκνωτή
- condenser => Συμπυκνωτής
- condensed milk => Εβαπορέ γάλα
- condense => πυκνώνω
- condensation trail => Συμπυκνωτική ουρά
- condign => αρμόζων
- condiment => καρύκευμα
- condiments => καρυκεύματα
- condition => συνθήκη
- conditional => υπό όρους
- conditional contract => Υπό όρους συμφωνία
- conditional probability => Πιθανότητα υπό όρους
- conditional reaction => ενεργοποιημένη αντίδραση
- conditional reflex => Εξαρτημένο αντανακλαστικό
- conditional relation => Συνάρτηση υπό όρους
Definitions and Meaning of condescendingness in English
condescendingness (n)
affability to your inferiors and temporary disregard for differences of position or rank
FAQs About the word condescendingness
Καταδεκτικότητα
affability to your inferiors and temporary disregard for differences of position or rank
No synonyms found.
No antonyms found.
condescendingly => συγκαταβατικά, condescending => υποτιμητικός, condescend => συγκαταβαίνω, condensing => συμπύκνωση, condenser mike => Μικρόφωνο πυκνωτή,