Greek Meaning of tucked

Στριμωγμένος

Other Greek words related to Στριμωγμένος

Definitions and Meaning of tucked in English

Wordnet

tucked (a)

having tucked or being tucked

Webster

tucked (imp. & p. p.)

of Tuck

FAQs About the word tucked

Στριμωγμένος

having tucked or being tuckedof Tuck

καταναλίσκω,τρώω,Συμμετέχει σε,βάζω μακριά,μασάω,τρώω πολύ,καταβροχθίζω,ροκανίζω,καταβροχθίζω (πάνω ή κάτω),Καταπίνω

No antonyms found.

tuckahoe => Τουκαό, tuck shop => Σχολικό περίπτερο, tuck pointing => Στόκαρισμα αρμών, tuck in => Καλή όρεξη, tuck box => τσαντάκι για φαγητό,