FAQs About the word streetwalker

Definition not available

a prostitute who attracts customers by walking the streets

μαστροπός,Τάρτα,Τηλεφωνήτρια,Κατσαρόλα,φλερτάρω,μονότονο,πόρνη,Πόρνη,απατεώνας,κυρία

No antonyms found.

street-walk => περπάτημα στο δρόμο, streetwalk => τριγύρνα στους δρόμους, streetlight => φανάρι δρόμου, streetcar track => Γραμμές τραμ, streetcar => τραμ,