FAQs About the word sterol

στερόλη

any of a group of natural steroid alcohols derived from plants or animals; they are waxy insoluble substances

No synonyms found.

No antonyms found.

steroidal => στεροειδής, steroid hormone => Στεροειδής ορμόνη, steroid => στεροειδή, sternwheeler => Ατμόπλοιο με τροχούς στην πρύμνη, sternutatory => φτέρνισμα,