Greek Meaning of starer
χαζοβιόλης
Other Greek words related to χαζοβιόλης
Nearest Words of starer
Definitions and Meaning of starer in English
starer (n)
a viewer who gazes fixedly (often with hostility)
FAQs About the word starer
χαζοβιόλης
a viewer who gazes fixedly (often with hostility)
κοιτάζω,Ματιά,χασμουρητό,χάσκω,λάμψη,συνάδελφος,ανοιγοκλείνω τα μάτια,μάτι,εμμένω,Επικαιροκρατω
ματιά,ματιά,Περιήγηση,βουτάω (μέσα),κοιτάω,Τσουτσούρισμα,Σάρωση
stare down => καρφώνω τα μάτια μου, stare => κοιτώ επίμονα, stardust => αστρόσκονη, star-duckweed => Λιμνάνθη η ετερόφυλλος, stardom => σταριλίκι,