FAQs About the word sinned

αμάρτησε

of Sin

έπεσε,παραβιάζω,παραβιάζω,περιπλανήθηκε,λάθεψε,προσβεβλημένος,παρεκκλίνας,υπέκυψε,παραβιασμένο,Χρεοκοπημενος

συγχώρεσε,δικαιολογημένη,συγχωρέθηκε,λυπήθηκα,μετανοημένος,μετανιώνω

sinlessness => αναμαρτησία, sinless => αναμάρτητος, sinking spell => Καταποντιζόμενη κατάρα, sinking fund => αποσβεστικό ταμείο, sinking feeling => Αίσθηση βύθισης,