Greek Meaning of sinned
αμάρτησε
Other Greek words related to αμάρτησε
Nearest Words of sinned
Definitions and Meaning of sinned in English
sinned (imp. & p. p.)
of Sin
FAQs About the word sinned
αμάρτησε
of Sin
έπεσε,παραβιάζω,παραβιάζω,περιπλανήθηκε,λάθεψε,προσβεβλημένος,παρεκκλίνας,υπέκυψε,παραβιασμένο,Χρεοκοπημενος
συγχώρεσε,δικαιολογημένη,συγχωρέθηκε,λυπήθηκα,μετανοημένος,μετανιώνω
sinlessness => αναμαρτησία, sinless => αναμάρτητος, sinking spell => Καταποντιζόμενη κατάρα, sinking fund => αποσβεστικό ταμείο, sinking feeling => Αίσθηση βύθισης,